ΤΑΣΩ -Του Κωνσταντίνου Χατζοπούλου (μέρος Α)

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
8 Απριλίου 2020 00:34:00

Σε μια βουνίσια λαγκαδιά είχαμε μαζευτεί ένα καλοκαίρι μια μικρή συντροφιά. Ήταν εκεί κάποια λουτρά κι ένας φίλος μου, που ήρθε να γιατρέψει τους ρεματισμούς του, μ' έσυρε και με μαζί του. Όξω από τους χωριάτες, που είχανε στήσει στην πλαγιά τις πρόχειρες καλύβες τους από ελατόκλαδα, βρήκαμε κι άλλους πεντέξι της δικής μας τάξης. Πάνε πολλά χρόνια από τότε και μου μείνανε καθαρά στο νου μόνο τρεις απ' αυτούς. Ένας έμπορος από κάποια μικρή πόλη εκεί κοντά, ένας γιατρός από μιαν άλλη κάτω στον κάμπο κι ένας απόστρατος σπαθοφόρος. Κι οι τρεις ήτανε πενηντάρηδες κι απάνω. Ο έμπορος πάντα λιγόλογος και μαζεμένος, οι άλλοι δυο λογάδες κι ανοιχτόκαρδοι. Ο έμπορος, θυμούμαι, έπαιζε πάντα με τη χοντρή χρυσή αλυσίδα του ρολογιού του, ή μπλέκοντας τα χέρια του έφερνε γύρους αδιάκοπους, ατέλειωτους με τα δυο μεγάλα δάχτυλα, σε βαθμό που πείραζε τα νεύρα του απόστρατου σπαθοφόρου, κι άρχιζε και κείνος και φυσούσε τα ρουθούνια ζαρώνοντας μουστάκια και μάγουλα. Ο γιατρός δε φαινότανε πως είχε διόλου νεύρα. Όλοι μας είχαμε καθένας την καλύβα του, μα για περσότερη ευκολία -μια και πιάσαμε γνωριμιά, όπως γίνεται όταν βρίσκουνται στην ερημιά κάμποσοι άνθρωποι μαζεμένοι- μας μαγέρευε ο υπηρέτης του γιατρού και τρώγαμε όλοι μαζί κάτω από έναν πλάτανο. Το μέρος όμορφο δεν ήταν· πληχτική ξεραΐλα μόνο, στενός ουρανός αποπάνω και δυνατό λιοπύρι γύρω στα στουρνάρια. Τις πρωινές πηγαίναμε κυνήγι στα ριζά ολοτρόγυρα με το γιατρό και με το φίλο μου. Ο απόστρατος μας έδινε μονάχα το σκυλί του. Ο πόνος στο γοφό δεν τον άφηνε τον ίδιο να 'ρχεται μαζί μας. Έπειτα το ρίχναμε ολημέρα στα χαρτιά, όσο φωτούσε του Θεού το φως. Σαν κουραζόμαστε κατά το βράδυ, ξαπλωμένοι στα κλαδιά και μισονυσταγμένοι ακούγαμε το γιατρό ή το σπαθοφόρο που μας λέγανε διάφορες ιστορίες. Το γιατρό με πιο πολλή ευχαρίστηση. Οι περσότερες γυρίζανε γύρω από την πολιτική ζωή του τόπου του. Ήτανε φανατικός με το Κορδόνι και το είχε δουλέψει σα βουλευτής κάμποσα χρόνια. Συχνά όμως άλλαζε το θέμα. Μας έλεγε για τη ζωή του στην πρωτεύουσα, μας ιστορούσε γιατρικά του ανέκδοτα από το χωριό. Του άρεσε να μιλεί, ν' ακούει τη φωνή του να ηχεί στη βραδινή σιγαλιά της λαγκαδιάς. Μια από τις ιστορίες του γιατρού είναι κι η παρακάτω. Μας την είπε μια βραδιά που η κουβέντα γύρισε στις γυναίκες και στην αγάπη, κι αφού είχε αδειάσει κάμποσα ποτήρια κρασί. Μας είχαν φέρει εκείνη την ημέρα φρέσκο από το χωριό.

Η χήρα Γαλάναινα -έτσι άρχισε ο γιατρός- ήτανε το δεξί χέρι της μάνας μου, καθώς το λένε. Όταν η ψυχοπαίδα παράτρωγε κορόμηλα ή αραποσίτια και θερμαινότανε -κι αυτό γινότανε πολύ συχνά- ή όταν περισσεύανε οι δουλειές στο σπίτι, η μάνα μου δεν είχε παρά να 'βγει στο παράθυρο και να φωνάξει τη Γαλάναινα που καθόταν αντίκρυ, σ' ένα χαμόσπιτο με μια ψηλή συκιά μπροστά στην πόρτα του και μιαν αυλή πάντα βρόμικη και λασπωμένη από τις σαπουνάδες. Το ξενόπλυμα ήταν η καθαυτό δουλειά της Γαλάναινας, που κοντά στο δικό της είχε να χορταίνει άλλα τρία στόματα: δυο παιδιών της και της πεθεράς της, τυφλής γερόντισσας, που περνούσε τα στερνά παραπανίσια χρόνια της καθισμένη στην αυλόπορτα και γκρινιάζοντας με τη νύφη της. Η Γαλάναινα, με τις συχνές δουλειές που έκανε στο σπίτι μας, είχε γίνει πια δική μας. Ήταν ήσυχη, πρόσχαρη γυναίκα, καλοΐσκιωτη και γλυκόλογη. Σε μας τα παιδιά περσότερο. Συχνά εκεί που λανάριζε τα μαλλιά έξω στη λότζα, μας μάζευε γύρω της και μας έλεγε παραμύθια και συχνότερα ακόμα μας γλίτωνε από το λουρί του πατέρα μπαίνοντας στη μέση ή, για πιο ασφάλεια, κρύβοντας μας πίσω από το φουστάνι της.

Έτσι την είχαμε όλοι σε καλό μάτι τη Γαλάναινα. Μόνο η μάνα μου, αυτή που τη φώναζε, δε φαινότανε να τη βλέπει με πολλή ευχαρίστηση στο σπίτι. Μια αφορμή κι αυτό για να μαλώνει με τη γιαγιά, τη δική της μάνα.


«Δεν τη θέλω· με κρύα καρδιά την μπάζω σπίτι μου», την ακούγαμε να της λέει πολλές φορές.

«Μα τι σου κάνει, τι σου φταίει η δολία;» της απαντούσε η γιαγιά. «Αυτή καλά στάθηκε και κορίτσι που ήταν, και με τον άντρα της, και τώρα που απόμεινε χήρα».

«Αν ήτανε καλή, δεν έμπαινε σε τέτοια πεθερά», φώναζε θυμωμένα η μάνα μου.

Περσότερο δεν προσέχαμε 'μείς τα παιδιά, ωστόσο είχαμε μάθει πια να βλέπουμε με φόβο τη γριά Αγγελίνα, που πασπατεύοντας με το ραβδί της έβγαινε και θρονιαζόταν όλη μέρα όξω στο κατώφλι της αυλόπορτας της μουρμουρίζοντας αδιάκοπα. Πολλές φορές ρωτήσαμε τη γιαγιά γιατί η μάνα μας δεν ήθελε να δει στα μάτια της τη γριά Αγγελίνα, μα πάντα παίρναμε την ίδια απάντηση: «Ήτανε κακός άνθρωπος στα νιάτα της, παιδί μου». Πιότερα δε μας έλεγε η γιαγιά, μα αυτό έφτανε για να τρομάζουμε την πόρτα της γριά Αγγελίνας και να τη φανταζόμαστε σαν κακή στρίγγλα σταλμένη από το διάβολο να παιδεύει τη Γαλάναινα. Μας είχε πει τόσα παρόμοια παραμύθια η ίδια η Γαλάναινα.

Καθώς φαινόταν όμως, δεν ήταν αυτός ο λόγος που η μάνα μου δεν έβλεπε με καλό μάτι τη Γαλάναινα. Δε θα τον μαθαίναμε, αν ο πατέρας δεν ήτανε στα δικαστήρια για ένα πηγάδι ανταμικό με τη γειτόνισσα και συμπεθέρα του, τη Γεροντάκαινα, κι αν η Γεροντάκαινα δεν έβγαινε και φώναζε πολλά όξω από την αυλή μας, άμα η ψυχοπαίδα μας εκεί που έπλενε πλάι στο πηγάδι έχυσε τα νερά στη δική της την αυλή. Ένα από τα πολλά που έλεγε ήταν πως τάχα η ψυχοπαίδα που είχαμε πρωτύτερα δεν ξαναγύρισε από καλό της στο χωριό, όθε την έφερε ο πατέρας. Περσότερα δε νιώθαμε 'μεις τα παιδιά, όπως δε νιώσαμε περσότερα και μια μέρα που ήταν η Γαλάναινα εκείνη που 'χυσε τα νερά στην ξένη αυλή κι η Γεροντάκαινα, που βγήκε και της αναποδογύρισε τη σκάφη, της είπε κοντά σε άλλες βρισιές:

«Μπαινόβγαινε αυτού μέσα κι έννοια σου· θα σε συγυρίσει καλά και σένανε ο μουστακαλής».

Μουστακαλή εννοούσε τον πατέρα μου. Η Γαλάναινα άφησε στη μέση το πλύσιμο κι έφυγε. Η μάνα μου τα 'βαλε με τον πατέρα σα γύρισε το μεσημέρι σπίτι. «Είσαι μουρντάρης», ακούσαμε που του είπε εκεί που παραμονεύαμε πίσω από την πόρτα της κάμαρας που μαλώνανε.

Ο λόγος μάς φάνηκε παράξενος. Μουρντάρης ο πατέρας που δεν άφηνε να κάτσει μύγα στη φουστανέλα του!


Μα ο μικρότερος αδελφός μου, ο κακομοίρης ο Γιαννούλης, πιο ξύπνος απ' όλους μας, μας ξήγησε πως μουρντάρης δεν είναι μόνο εκείνος που είναι λερός στη φορεσιά του, μα και κείνος που πειράζει τα ξένα πράματα.

«Ε, και πειράζει ο πατέρας τα ξένα πράματα;» τον ρώτησα.

«Ξένη δεν είναι η Γαλάναινα;» είπε ο Γιαννούλης. Και μας διηγήθηκε σιγαλά πως μια μέρα, που η Γαλάναινα σφουγγάριζε τη σκάλα, είδε τον πατέρα που άπλωσε το χέρι του στην τραχηλιά της και κείνη του 'δωσε μια σπρωχτιά. «Θα το πω της μάνας», είπε, «αν καμιά μέρα του γυρέψω πεντάρα και δε μου τη δώσει»

 

Αν το είπε αληθινά της μάνας ο Γιαννούλης, δεν το θυμούμαι. Θυμούμαι μόνο πως μια μέρα εκεί που παίζαμε στον κήπο του σπιτιού μας με την Τάσω τη μικρή θυγατέρα της Γαλάναινας, και 'γώ κι ο Γιαννούλης πολεμούσαμε να βγάλουμε από την τραχηλιά της έναν τζίτζικα, που τον είχε κρύψει εκεί για να μην της τον πάρουμε – ο πατέρας σα μας είδε μας θέρισε τα μεριά με το λουρί

Ο κήπος με τη μουριά, που στον ίσκιο της ροκάνιζε αδιάκοπα την καλαμποκιά του ο ψαρής του πατέρα, ήτανε το μέρος που παίζαμε τα μεσημέρια του καλοκαιριού εμείς τ' αδέλφια, η Τάσω κι ο αδερφός της ο Γιωργίκος, ένα άχαρο, κουτό παιδί, που ερχότανε μαζί μας μόνο για να τον τσιμπούν οι σφήκες στα μάγουλα, να τρώει ξυλάχλαδα, αγουρίδες και ξύλο αλύπητο από μας τους άλλους. Σα να το μυρίστηκε κι ο μισόστραβος ψαρής, τον κλότσησε μια μέρα κι αυτός ο τόσο ήσυχος κι ανεχτικός, που μας άφηνε να του κουβαλούμε πλάτες και καπούλια, να περνούμε αποκάτω από την κοιλιά του, να του βγάζουμε όσες τρίχες θέλαμε από την ουρά. Έμενε ακούνητος, ροκανίζοντας πάντα την καλαμποκιά του. Η Τάσω του καβαλούσε ακόμα και το λαιμό. Στεκόταν ορθή στην πλάτη του, πηδούσε στα καπούλια του όπως και στα κλωνάρια της μουριάς. Αν έλειπε ο Γιαννούλης από τη συντροφιά, θα 'λεγε κανένας αγόρι αυτή και κορίτσια εμάς τους άλλους.

Κι ωστόσο κάθε άλλο παρά σαν αγοριού έμοιαζε η όψη της. Άσπρη και καστανόξανθη, τα μεγάλα γαλανά της μάτια βαστούσαν ένα ξάστερο ψιχάλισμα μέσα σε όλη την παιδιάστικη άγρια τρέλα και κάποιες φορές κοιτάζανε τόσο παράξενα, πετούσαν τόσο αστραφτερές αναλαμπές που δε βαστούσες να τα βλέπεις. Εκείνο που την ξεχώριζε περσότερο μέσα σε μας ήταν πως με όλα τα σκαρφαλώματα στα δέντρα και τα κυλήματα όπου έφτανε, μπορούσε και βαστιότανε πάντα καθαρή, πάντα αξέσκιστη. Ένα πουκάμισο κι ένα παλιό φουστάνι, αποφόρι της αδερφής μου ή αλλουνού κοριτσιού, ήτανε τα μόνα που σκεπάζανε τη γύμνια της· κι ωστόσο η μάνα μου μας την έδειχνε πάντα για παράδειγμα. Η δική της μάνα ζήτημα ήταν αν τη χτένιζε κάθε πρωί κι όμως η Τάσω δε φαινότανε ποτέ αχτένιστη. Ένα ίσιασμα με τις παλάμες στ' αλαφρόσγουρα μαλλιά, που τα είχαν κάμει ανωκάτω τα κλαδιά της μουριάς, και ξαναπαίρναν τη φανταχτερή λάμψη τους. Το ίσιασμα αυτό το συνήθιζε τόσο συχνά η Τάσω και συχνά μέσα στο ξάναμμα του παιχνιδιού στεκόταν άξαφνα κι αφού έσιαζε τα μαλλιά, την έβλεπες κι έμενε αμίλητη και μας κοίταζε με την αστραφτερή παράξενη ματιά της και μ' ένα γέλιο πιο παράξενο, που έδειχνε τα δόντια της σα σκυλιού που θέλει να δαγκάσει. «Γάτα, γαλανομάτα γάτα», της φώναζε ο Γιαννούλης δίνοντας της μια. Και τα δυο αγρίμια πιανόντανε στα χέρια.

Έτσι περνούσαν οι περσότερες μέρες του καλοκαιριού, έτσι περάσανε τα πρώτα χρόνια. Και θα περνούσαν έτσι ίσως κι άλλα ακόμα, αν δεν ερχότανε η βλογιά στον τόπο. Είχε μήνες που σερνότανε, κι η Παναγιά η Βλαχέραινα, που την κατέβασαν από το μοναστήρι παπάδες και προεστοί, δε βοήθησε κι ας τη γυρίσανε με ψαλμωδίες και λιβάνια σ' όλους τους δρόμους του χωριού. Ο πατέρας ήθελε να μας στείλει στο δικό του χωριό απάνω στα βουνά, μα η μητέρα δεν αποφάσιζε να τον αφήσει μοναχόν. Όσο που μιαν αυγή μας ξάφνισε ένα κόκκινο μικρό μπαϊράκι στημένο στη σκεπή του σπιτιού της Γαλάναινας. Ήταν το σημάδι που καρφώνανε σε όσα σπίτια κόνευε η βλογιά. Και στης Γαλάναινας ήρθε στην ίδια τη νοικοκυρά. Δεν έπαιρνε άλλο άργητα το πράμα. Η γιαγιά πήρε αμέσως εμάς τα παιδιά και μας έφερε σε μια καλύβα που ξεκαλοκαίριαζε ο παππούς όξω στ' αμπέλια του. Εκεί αγνάντια στη ράχη ήτανε το ξωκλήσι που φέρνανε και κλείνανε τους βλογιασμένους στρατιώτες. Το κόκκινο μπαϊράκι μας φόβιζε και 'κεί, όμως ο σκοπός, που η φουστανέλα του άσπριζε ολημερίς στο φρύδι της ράχης, μας ησύχαζε. Δεν αφήνει την κακή αρρώστια να μας φτάσει, μας έλεγε η γιαγιά. Κι αλήθεια δε μας έφτασε. Μα σε μια δυο βδομάδες ο καημένος ο Γιαννούλης έπεσε άξαφνα στο στρώμα από κεφαλίτη. Ήρθαν από το χωριό και τον πήρανε φλογισμένο από τη θέρμη κι αμίλητο. Δεν τον ξαναείδαμε. Το χινόπωρο, σαν πέρασε η βλογιά και μας ξαναφέρανε στο χωριό, αντικρινά στο σπίτι της Γαλάναινας απόμενε μόνη η τυφλή πεθερά της. Τη Γαλάναινα την πήρε η αρρώστια και την Τάσω και τον αδερφό της κάποιος δικός τους σ' άλλη γειτονιά. Σε καναδυό χρόνια έφυγα και 'γώ σταλμένος στο σχολειό στη χώρα.

Γύρισα στο χωριό ένα μόνο καλοκαίρι. Τ' άλλα, ο καθηγητής που καθόμουνα σπίτι του στη χώρα, κατάφερε τον πατέρα μου και με κράτησε 'κει για να με προγυμνάζει στα μαθηματικά, αφού ήθελα σώνει και καλά να μπω στους ευέλπιδες. Δε θα γύριζα ίσως και το τέταρτο καλοκαίρι, αν δεν έχανα τη ζήλια που είχα να κρεμάσω το σπαθί, κι αν η γιαγιά, βαριά άρρωστη όλον το χειμώνα, δεν απαιτούσε να με δει. Τη βρήκα ακόμα στο κρεβάτι. Μα μόλις βγήκα στο παράθυρο είδα και την Τάσω αντίκρυ. Στεκόταν όξω στην αυλή της. Στην αυλόπορτα καθόταν η γριά Αγγελίνα, ίδια, απαράλλαχτη, με τεντωμένα τα γυμνά της πόδια, με το ραβδί στο πλευρό. Κι ένα γύρο όλα απαράλλαχτα σα μια φορά. Η μουριά στον κήπο μαυρολογούσε από τα γινόμενα ξινόμουρα, ο ψαρής δεμένος από κάτω ροκάνιζε τη θροφή του κουνώντας την ουρά. Θυμήθηκα τη Γαλάναινα και τον καημένο το Γιαννούλη και με καρδιά θλιμμένη γύρισα και κάθισα κοντά στη γιαγιά. Μα των παιδιών οι θλίψες δε βαστούν πολύ. Σε λίγο ξαναβγήκα στο παράθυρο σφυρίζοντας τον καινούριο σκοπό που είχα φερμένο από τη χώρα. Την ίδια στιγμή έβγαινε κι η Τάσω στην πόρτα της, μα μόλις με πήρε η ματιά της, κρύφτηκε μεμιάς μέσα. Και το ίδιο έκανε πολλές μέρες στην αράδα, σα με αντίκριζε στο παράθυρο ή στο δρόμο. Τρύπωνε πρι να προφτάσω να την καλοδώ. Έπρεπε να παραμονέψω πίσω από την κουρτίνα του παραθυριού για να δω πως είχε κι αυτή μεγαλώσει όπως και 'γώ. Μονάχα το κοντό φουστάνι της, που άφηνε να φαίνεται το πόδι απάνω από τον αστράγαλο, πρόδινε πως δεν ήταν ακόμη σωστή γυναίκα. Τα μαλλιά της ήταν ίδια, πάντα αστραφτερά, και το ασπριδερό της πρόσωπο έλαμπε πιο πολύ μέσα στη μαύρη φορεσιά. Είχε πεθάνει η θεια που την είχε μαζέψει σπίτι της σα χάθηκε η μάνα της, και γι' αυτό ξαναγύρισε 'δώ στη γιαγιά. Κάθε μέρα έβλεπα τον ίσκιο της, ωστόσο στάθηκε αδύνατο να τη δω από κοντά. Μια μέρα που είχε 'ρθει στο μαγεριό μας και την πέτυχα μπαίνοντας άξαφνα, έφυγε γλήγορα από την άλλη πόρτα.

Πέθανε η γιαγιά μου, πέρασε και το καλοκαίρι, και ξανάφυγα και 'γώ, για να γυρίσω φοιτητής τον άλλο χρόνο. Η Τάσω ξανακρύφτηκε σα με είδε, μα το πρώτο μου μεθύσι από τα χαρτιά και το μπιλιάρδο, που μπορούσα πια να παίζω ελεύτερα στον καφενέ, δε μου άφηνε καιρό περίσσιο να προσέχω στο κρυφτό που ήθελε να παίξει. Ένα πρωί κατεβαίνοντας να βγω έξω, τη βρήκα στην αυλή μας. Έπλενε με την ψυχοπαίδα μας σκυφτή στη σκάφη. Δεν είχε πώς να φύγει πια και πήγα κοντά της.

«Τώρα πού θα μου πας;» της είπα.

Τη σταμάτησα.

«Τι αγαπάς;» ρώτησε πολεμώντας να κρατήσει το σοβαρό της.

«Γιατί κρύβεσαι σα με βλέπεις;»

Δεν μπόρεσε να κρατηθεί πια και γέλασε: «Θα μου ρίξεις τη στάμνα», είπε.

Της έπιασα το χέρι.

«Ασε με, σου είπα· φεύγα», ψιθύρισε δίχως να κάμει αυτή να φύγει, δίχως να τραβήξει το χέρι της απ' το δικό μου.

Την κοίταξα και με κοίταξε κι αυτή χαμογελώντας πάντα. Λίγες στιγμές. Έπειτα την άφησα και πάει.

Δεν κρυβότανε πια σα μ' έβλεπε και δεν έφευγε σαν την έβρισκα σπίτι μου.

Τον άλλο χρόνο, που ξαναήρθα, έμαθα πως η μητέρα μου δεν την ήθελε πια να 'ρχεται στο σπίτι. Είχε δει πως άρχισε να τα παίζει με κάποιο νιο και την ορμήνεψε. Μα η Τάσω δεν την άκουσε κι έτσι της έκλεισε την πόρτα.

Άμα με είδε και μένα τώρα ούτε κρύφτηκε ούτε γέλασε. Με κοίταξε μονάχα αδιάφορα. Κι έτσι αδιάφορα πάντα, σα να μην ήμουνα καν εκεί, έριχνε στο παράθυρο καμιά φορά το μάτι από την αυλόπορτα που καθότανε το δειλινό πλάι στην τυφλή γιαγιά της με το πλέξιμο στο χέρι. Πως καθότανε 'κεί για να τη βλέπουν οι νέοι που περνούσανε στο δρόμο και πως έμπλεξε με κάποιον απ' αυτούς, δε με ξάφνισε όταν το 'μαθα. Όλα τα κορίτσια του χωριού κάνανε το ίδιο· οι νοικοκυροπούλες στα μπαλκόνια τους, οι φτωχές στις αυλόπορτες. Έτσι συνήθισα να βλέπω εκεί την Τάσω δίχως να δίνω πολλή προσοχή. Είχα κι εγώ σκοτούρες όμοιες σε άλλο δρόμο.

Ένα μεσημέρι, ενώ κοιμόντανε όλοι σπίτι μου, καθισμένος στο παράθυρο μου περίμενα να περάσει ένας φίλος μου να με πάρει να βγούμε πέρα στις καψάλες του κάμπου, όπου είχαν έρθει οι τσαλαπετεινοί. Ο ήλιος φλόγιζε τον κάμπο κι άστραφτε μακριά στον ποταμό, ο αέρας έκαιγε και πύρωνε. Ακουμπώντας στο παράθυρο, άνοιγα με βία τα μάτια πολεμώντας να νικήσω το αποκάρωμα της ζέστης. Άξαφνα δυνατές φωνές αντίκρυ, από το χαμόσπιτο της Τάσως, με κάμανε και τινάχτηκα. Δυο-τρεις γειτόνισσες από τ' άλλα σπίτια δίπλα πεταχτήκανε μισόγυμνες, ξυπόλυτες στο δρόμο.


«Τρεχάτε και τη σκότωσε», φώναξε μια απ' αυτές κοιτάζοντας από το παράθυρο μέσα στο σπίτι της Τάσως κι όρμησε στην πόρτα.


Κατέβηκα γλήγορα στο δρόμο και μπήκα και 'γώ στο σπίτι της Τάσως. Ο Γιωργίκος την είχε ξαπλωμένη χάμω και τη χτυπούσε όπου έφτανε, με χέρια και με πόδια. Οι γυναίκες που είχαν φτάσει πριν από μένα δεν μπορούσανε να του τη βγάλουν από τα χέρια.

«Φευγάτε από 'δώ· θα τη σκοτώσω», φώναζε αγριεμένος ο Γιωργίκος και χτυπούσε με το τσαρούχι του, που είχε βγαλμένο από το πόδι.

Η Τάσω κουλουριασμένη χάμω μούγκριζε πνιχτά. Η γριά Αγγελίνα καθισμένη σε μια γωνιά έβριζε και ρέκαζε κουνώντας το ραβδί της.


Έπιασα το χέρι του Γιωργίκου και του πήρα το τσαρούχι, μα τώρα χίμησε αγριότερος στις γυναίκες, που βρήκανε καιρό και του μπήκανε μπροστά από το κορμί της αδερφής του. Τέλος ένας άλλος γείτονας, που έτρεξε και κείνος, με βοήθησε και τόνε βγάλαμε όξω. Με χίλια βάσανα. Φώναζε ολοένα να τον αφήσουμε να τη σκοτώσει και πολεμούσε να μας φύγει από τα χέρια. Καθώς τον βγάζαμε στην πόρτα, η ματιά μου έπεσε στην Τάσω, που ανασηκωνόταν αποκεί που ήταν πεσμένη. Δεν είχε ούτε ένα δάκρυ. Έφερε το χέρι στα μαλλιά σαν να 'θελε να τα σιάξει, με κοίταξε κατάματα και στα χείλη της σα να 'τρέμε άγριο γέλιο. Οι γυναίκες κλείσανε την πόρτα πίσω μας.


«Αφήστε με να τη σκοτώσω», φώναξε ο Γιωργίκος ολοένα.

«Δεν ντρέπεσαι, μωρέ; Την αδερφή σου θα σκοτώσεις!» του είπε ο γείτονας.

«Θα τη σκοτώσω, δε βαστάω άλλο», ξαναφώναξε· ο Γιωργίκος κι έπεσε κλαίοντας στο πεζούλι δίπλα από την πόρτα.

«Δεν ντρέπεσαι, μωρέ; Έλα, σώπα τώρα», έκαμε να τον ησυχάσει πάλι ο γείτονας.

«Τι να ντραπώ! Τι να σωπάσω! Που τόνε μπάζει μέσα μέρα μεσημέρι! Μου 'φυγε από το παράθυρο. Μα πού θα πάει! Θα τους σκοτώσω και τους δυο», πήρε τον κατήφορο ο Γιωργίκος κλαίοντας πάντα.

«Έλα τώρα, πάμε να συχάσεις κι άλλη φορά τους σκοτώνεις, σα δεν είμαστε 'μείς μπροστά», του είπε ο γείτονας και τον έσυρε μαζί σπίτι του κλαμένον κι αγριεμένον πάντα.


Ήταν αληθινά για λύπη και για γέλια ο κακομοίρης ο Γιωργίκος. Το βράδυ είδα κάτω από το θαμπό λυχνάρι τον ίσκιο του πλάι στον ίσκιο της αδερφής του και της γρια-Αγγελίνας, που τρώγανε καθισμένοι χάμω στην αυλή τους. Τις κατοπινές μέρες, σαν τον απαντούσα στο δρόμο που γύριζε από το σαμαράδικο που δούλευε, χαμήλωνε τα μάτια και μόλις μου ψιθύριζε μια καλησπέρα, σα να φοβότανε μην τον σταματήσω και τον ρωτήσω πώς δε σκότωσε ακόμα ούτε την αδερφή του ούτε τον αγαπητικό της. Μα δε βάσταξε πολύν καιρό το συναπάντημα μας. Κανένα μήνα ύστερα, άγριες φωνές ξαναμαζέψανε τη γειτονιά στο χαμόσπιτο της Τάσως. Γινόταν ένα πανηγύρι σ' ένα ξωκλήσι κοντά στο ποτάμι κι ο φτωχός ο Γιωργίκος θέλησε να πάει και κείνος να γλεντήσει. Ανέβηκε μαζί με άλλα παιδιά σε μια σούστα, μα εκείνος που την κυβερνούσε, μεθυσμένος καθώς ήτανε στο γυρισμό, την αναποδογύρισε σε κάποιο χαντάκι του κάμπου, κι ο δόλιος ο Γιωργίκος έμεινε στον τόπο με σπασμένο το κεφάλι. Όταν τον φέρανε στο σπίτι, η Τάσω έπεσε ξερή απάνω του. Ήτανε μια από τις συνηθισμένες, μα πάντα σκληρές λύπες του χωριού. Ράγιζε την καρδιά το κλάψιμο της Τάσως και το μοιρολόγι:


Σήμεραν η μανούλα του έχει χαρά μεγάλη·

πάει στις βρύσες για νερό και στα βουνά για χιόνι...

Κι ο γιατρός σώπασε μια στιγμή.


Η μάνα μου -ξανάρχισε- ξέχασε την αμαρτία της Τάσως και τη μάζεψε. Το άλλο καλοκαίρι που ξαναήρθα στο χωριό, η Τάσω ήτανε σπίτι μας ό, τι ήτανε μια φορά η μάνα της. Δεν μπορούσα να ξεχάσω ποτέ το δύστυχο Γιωργίκο, κάθε φορά που έβλεπα τη ματιά της να μου αστράφτει κάτω απ' το μαύρο της μαντίλι.

Έλειψα καιρό απ' τον τόπο μου. Όταν ξαναγύρισα, ήμουνα πια γιατρός κι ήρθα ν' αποκατασταθώ στο χωριό. Όλα σπίτι μου και 'κει ολόγυρα τα βρήκα καθώς τ' άφησα. Μόνο ο υπερέτης του πατέρα μου είχε αλλάξει. Ο μακαρίτης είχε βαρεθεί τους ντόπιους από τα ολόγυρα χωρία, γιατί τον κλέβανε, κι έφερε έναν από μακρύτερα, από το δικό του χωριό. Ήταν ευχαριστημένος απ' αυτόν κι ας μην ήταν ευχαριστημένη τώρα κι η γειτονιά. Και δεν ήτανε, γιατί από τον καιρό που ήρθε ο Νικολούλας, καθώς λέγανε τον υπερέτη του πατέρα, οι κότες ένα γύρο στο σπίτι μας πήρανε και λιγοστεύανε. Μα γι' αυτό λίγο τον ένοιαζε τον πατέρα μου. Το άλλο νέο, που έμαθα από τα πρώτα, ήταν πως η Τάσω είχε αρραβωνιαστεί στο μεταξύ μ' ένα Στεμνιτσώτη ψιλικατζή. Μα άξαφνα σε λίγους μήνες την παράτησε κείνος κι έφυγε, παίρνοντας μαζί του ένα μικρό κομπόδεμα που είχε μαζέψει η Τάσω δυο χρόνια ολάκερα από τη δουλειά της. Ο πατέρας μου την είχε βοηθήσει κι αγόρασε μια μηχανή και ξενόραβε. Με τη δουλειά αυτή ζούσε και τώρα και, καθώς φαινότανε, της άφηνε καιρό περίσσιο να βγαίνει να κάθεται στο κατώφλι της τα δειλινά όπως και πρώτα. Και πλαγινά της πάντα κι η τυφλή γιαγιά. Η γριά Αγγελίνα είχε παρθεί πια από το ένα χέρι και σα μ' έμαθε πως γύρισα γιατρός, μ' έκραξε να τη γιατρέψω.

Πήγα και την είδα και της έγραφα μιαν αλοιφή. Η Τάσω μου έφερε γλυκό και μου έκανε καφέ. Είχα να μπω στο σπίτι της από την ημέρα που είχανε φέρει σκοτωμένο το Γιωργίκο και 'κεί που κάθισα κι έπινα τον καφέ, θυμήθηκα το παλιό το μεσημέρι που έτρεξα και τον βρήκα να δέρνει με το τσαρούχι την αδερφή του άγριος και ξαναμμένος. Ξαναείδα με το νου μου την Τάσω μαζεμένη σωρό κάτω από τις χτυπιές του. Τώρα ο σωρός εκείνος ήτανε ζωντανός μπροστά μου· όλα μέσα στο χαμόσπιτο ήταν αλλαγμένα, κάτασπρα και καθαρά, οι τοίχοι αλειμμένοι, ο καναπές στρωμένος με λευκό σεντόνι, τα τζάμια με πλεχτούς μπερντέδες. Μόνο η γριά Αγγελίνα απόμενε το ίδιο το παλιό σαράβαλο, και στα μάτια της Τάσως η παλιά αστραπή.


Στεκόταν αντίκρυ μου ορθή με τα χέρια κάτω από την κόκκινη ποδιά.

«Τι με κοιτάς;» είπε, σαν είδε πως την κοίταζα.

«Πόσο όμορφη είσαι», απάντησα.

«Τι λέει, μωρή;» φώναξε η γριά Αγγελίνα.

«Κάτι για τα κεραμίδια», της απάντησε η Τάσω και με κοίταξε γελώντας.

«Τι είπες, μωρή; Τι λέει; Θα μου κάμει καλό το γιατρικό;» ξαναφώναξε η γιαγιά της.

«Θα σου κάμει, ν' αλειφτείς μόνο καλά», της είπα.

«Αχ, δεν ξέρεις τίποτα και για τα μάτια, παιδί μου;» ξακολούθησε η γριά Αγγελίνα· «ας έβλεπα μια απολαμπίδα φως κι ας πέθαινα την άλλη αυγή».

«Παλιοσάψαλο, τα μάτια σου λείψανε», την αποπήρε η Τάσω, φουρκισμένη που της έκοψε την κουβέντα μαζί μου.

«Θα 'ρθω καμιά άλλη μέρα να σε δω, θεια Αγγελίνα», της φώναξα, κοιτάζοντας την Τάσω. «Τι στέκεις ορθή;» είπα σ' αυτή.

«Για να ψηλώσω», χαμογέλασε.

Η ματιά της έλαμπε. Ένιωσα το χέρι μου να θέλει ν' απλωθεί να την τραβήξει. Μα το παράθυρο κατά το δρόμο ήταν ανοιχτό. Θυμήθηκα πως μπήκα για γιατρός στο σπίτι της, μισοήπια τον καφέ μου κι έφυγα.

Την άλλη μέρα, καθώς κατέβαινα τη σκάλα μου για να βγω έξω, τη βρήκα στην πόρτα.

«Καρτερώ να σε ρωτήσω πόσες φορές να τρίβω με την αλοιφή τη βάβω», μου είπε. Και χαμογέλασε.

«Πρωί και βράδυ», της απάντησα.

Δεν έφυγε. Στάθηκε και με κοίταζε. Ήταν όμορφος ο πειρασμός. Της αγκάλιασα τη μέση. Έγειρε πίσω το κεφάλι και με κοίταζε. Το χαμόγελο της σβήστηκε, τα χείλη της τρέμανε. Έκαμα ένα κίνημα, μα από πάνω ακουστήκανε πατήματα. Την έσπρωξα μέσα κι έτρεξα να βγω από την αυλόπορτα.

Μου είχε γίνει στ' αλήθεια πειρασμός. Μα εγώ δεν είχα έρθει στο χωριό για πειρασμούς· είχα έρθει για γιατρός. Οι παλιότεροι γιατροί είχανε τα μάτια τόσα για να μου βρούνε κάτι. Άρχισα να κάνω γλήγορα καλή πελατεία και φοβόμουν αν ίσως μαθευότανε πως με είδανε με την Τάσω, θα 'φτάνε αυτό να μη με ξαναμπάσει κανένας σπίτι του. Κι έτσι αποφάσισα να λείψω από κάθε πειρασμό μαζί της. Απόφευγα και να βγω στο παράθυρο, σαν καθότανε στην πόρτα της, κι όταν την άκουγα στο μαγεριό μας ή στη λότζα έφευγα δίχως να με δει. Η γριά Αγγελίνα κιόλας είχε απελπιστεί από τη γιατρική μου. Η αλοιφή που της είχα δώσει δεν της έκαμε καλό. Της έγραψα κατιτίς άλλο, δεν ωφέλησε κι αυτό, και δε με ξαναφωνάξανε.

Μια μέρα -ήτανε χινόπωρος, είχε τελειώσει ο τρύγος κι ο μούστος έβραζε στην κάδη κάτω από τη λότζα του σπιτιού μας, μα αυλή, μπασιά, κατώγια βρομούσαν όλα γλιστερά απ' τις λάσπες κι απ' το μούστο που είχε χυθεί από το κουβάλημα. Η ψυχοπαίδα μας δεν έβγαζε πέρα μονάχη της το πλύσιμο κι ήρθε κι η Τάσω για να τη βοηθήσει. Το μεσημέρι, σα γύριζα να φάω στο σπίτι, τις βρήκα και τις δυο έξω στην αυλή με τα μεσοφόρια ανασηκωμένα ίσια με τα γόνατα. Η Τάσω το είχε σηκωμένο λίγο πιο ψηλά, είχε ακόμα στο κεφάλι της ένα λευκό μαντίλι με τις άκρες του δεμένες στο λαιμό, και μ' ένα τενεκέ νερό στο χέρι κυνηγούσε το Νικολούλα γύρω από το πεζούλι της πορτοκαλιάς, που ήτανε στη μέση της αυλής. Ο Νικολούλας πάλι, είχε στα χέρια ένα σταφύλι απ' τ' αϊτονύχια της κληματαριάς και της πετούσε ράγες πολεμώντας να την πιτύχει στο πρόσωπο. Δε με καταλάβανε που ερχόμουνα, και στάθηκα όξω απ' την αυλόπορτα και τους κοίταζα.

«Μπράβο! Μπράβο!» δεν μπόρεσα να κρατηθώ να μη φωνάξω του Νικολούλα, σαν είδα πως μια ράγα που πέταξε βρήκε την Τάσω στο μάγουλο. Μα την ίδια ώρα, εκείνη του άδειασε κατακέφαλα τον τενεκέ με το νερό.

«Δε μ' αφήν' ου διάτανους, με π'ράζ'», γύρισε και μου είπε ο Νικολούλας ντροπιασμένος, ενώ τίναζε το νερό από σκούφια και μαλλιά. «Ιγώ ήρθα ου δόλιους ναν τς βουηθήσου, ναν τς κ'βαλήσου νερό», ξακολούθησε κατακόκκινος.

Η Τάσω τον κοίταξε ξεκαρδισμένη από τα γέλια.

«Τον μούσκεψες τον άνθρωπο», της είπα περνώντας από κοντά της.

Με κοίταξε και τα δόντια της αστράψανε.

«Να σου δώσω και σένα μια;» είπε γυρίζοντας τον τενεκέ ίσια απάνω μου.

Είδα πως δεν ήταν ολότελα άδειος και βιάστηκα να μπω στο σπίτι.

«Ζουρλάθηκε ολότελα ο φτωχός», μου είπε σαν ανέβηκα απάνω η αδερφή μου, που είχε δει και κείνη από το παράθυρο τη σκηνή.

«Πάει ο δόλιος, δεν έχει πια μυαλό», είπε κι ο πατέρας, σαν ήρθε πάλι αυτή η κουβέντα στο τραπέζι που τρώγαμε. «Δεν μπορούμε πια να φάμε καλαμπόκι τρυφερό. Θα τόνε δώσω του διαόλου για καλά».

«Και τα ραζακιά που είπες πως έβαλες τις προάλλες απάνω στο καλάθι, εκεί θα πήγανε», είπε η μάνα μου.

«Γελάει με δαύτονε, να την πάρει η οργή», ξαναείπε ο πατέρας γελώντας.

Και γελάσαμε όλοι. Ο Νικολούλας ερωτεμένος με την Τάσω! Ήτανε λίγο παράξενο το πράμα.

Ο Νικολούλας θα 'ταν απάνω κάτω σαραντάρης. Ήτανε χρόνια χωροφύλακας κι είχε πάρει τότε κοντά την άφεσή του, όταν κάποιος νόμος έκοψε ένα μέρος από το λουφέ της χωροφυλακής. Για είκοσι τόσες δραχμές το μήνα να γυρίζει να σφάζει κότες και να βασανίζει τον κοσμάκη, δεν τον βαστούσε η ψυχή, μας έλεγε, όταν μας διηγότανε πολλά άγρια άθλα του σε Μοριά και Ρούμελη, σ' Εφτάνησα και Δωδεκάνησα. Έπειτα, καθώς έλεγε, δε βαστούσε να γυρνά ολοένα στην ξενιτιά. Πεθύμησε να 'ναι κοντά στον τόπο του, να πετιέται στο χωριό του όποτε του πονεί να βλέπει τη μάνα και τ' αδέρφια του που ζούσαν εκεί, απάνω στα βουνά. «Είμαι πονεσιάρης· μη με βλέπεις έτσι», μου είπε μια μέρα που μου διηγήθηκε πως ένας υπομοίραρχος τον είχε βάλει να δείρει μια γερόντισσα, γιατί δε μαρτυρούσε πού κρυβόταν ο γιος της, που τον κυνηγούσε το απόσπασμα. Την έδειρε δίχως όρεξη. Κι αλήθεια, ο Νικολούλας δεν ήταν άγριος. Αν δεν είχε τα στριμμένα μουστάκια και την παλιά τριμμένη χωροφυλακίστικη στολή, που τη φορούσε πάντα με το κοντό του πανταλόνι, δε θα πίστευε ένας που τον γνώριζε πως αυτός ο άνθρωπος είχε βασανίσει κόσμο με το βούρδουλα, με καυτά αβγά στις αμασκάλες και με αγκάθια στα νυχοπόδαρα. Ωστόσο από συνήθεια του άρεσε να διηγιέται πάντα τέτοιες ιστορίες, του άρεσε να περνά στον κόσμο ακόμα για χωροφύλακας. Και γι' αυτό τον είχε φέρει κιόλας ο πατέρας μου, για σκιάχτρο των τσοπάνηδων που του βοσκούσαν και του κλέβανε τα σπαρτά στον κάμπο. Και καβαλώντας ο Νικολούλας τον τεκνεφέζικο, το μισόστραβο ψαρή γύριζε τα χωράφια μας όξω στην ποταμιά με τον κοντόκαννο τον γκρα κρεμασμένο πάντα στον ώμο του. Κι ερχότανε και μας έλεγε πώς έπιασε τον έναν, πώς φοβέριξε τον άλλον, όμως παράπονα πως έδειρε κανέναν δεν είχαν έρθει. Μονάχα κάνα παιδί που το τσάκωνε να κόβει ψάνες ή κανένα αραποσίτι. «Τα ξεθέωσα στο ξύλο», έλεγε για τα παιδιά· «αν τον ξανατσακώσω, θα του σπάσω τα πλευρά», έλεγε σαν ήτανε για κανένα χωριάτη, που τον είχε πιάσει να βόσκει το άλογο του στο δικό μας το κριθάρι. Ο πατέρας μου ήξερε πως ο Νικολούλας έδερνε μόνο όσο είχε το σταυρό στο κασκέτο, μα το περσότερο τον ήθελε για σκιάχτρο έτσι με τ' άγρια μουστάκια του και τα μολυβένια κουμπιά της χωροφυλακίστικης στολής.

Μα τώρα ο Νικολούλας την πέταξε αποπάνω του τη χωροφυλακίστικη στολή και φόρεσε μια κεντισμένη φέρμελη· έβγαλε και το κοντό το παντελόνι κι έζωσε τη φουστανέλα στη μέση του. Έστριβε τα μουστάκια πάντα, μα όλο και χασομερούσε να βγει με τον ψαρή όξω στα σπαρτά. Πάντα έβρισκε αφορμή να 'ρχεται μέσα στο χωριό κι αν ο πατέρας μου δεν τον γκρίνιαζε, ήταν άξιος να μένει ολημέρα στην αυλόπορτα να ξυστρίζει τον ψαρή, ή να γυρίζει με το φτυάρι το αραποσίτι στο κατώγι αγνάντια από την αυλή της Τάσως.

«Θα τα χαλάσουμε με το Νικολούλα», είπε πάλι ένα μεσημέρι ο πατέρας θυμωμένος»· «πάει, δε γνοιάζεται για τίποτα. Ή τον έχω ή δεν τον έχω, το ίδιο κάνει».

«Δεν του τη δίνουμε να συχάσουμε», είπε η μάνα μου.

«Ρωτάτε αν τονέ παίρνει αυτή;» είπε η αδερφή μου.

«Πού θα βρει τον καλύτερο; Δε λες να φχαριστά το Θεό που της βρέθηκε; Να μαζευτεί κιόλας».

Η μάνα μου δεν είπε πιότερα. Μα είναι αλήθεια πως ξαφνίστηκα και 'γώ με την ιδέα πως η Τάσω θα πάρει το Νικολούλα.

Ωστόσο σε λίγες μέρες την κατάφερε η μάνα μου και την αρρεβώνιασε μαζί του. Και γλήγορα έγινε κι ο γάμος.

Ο Νικολούλας ησύχασε. Το καλοκαίρι ξαναπέταξε τη φουστανέλα και φόρεσε τη χωροφυλακίστικη στολή. Κι ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος. Η Τάσω ησύχασε κι αυτή. Μόνο με τη γιαγιά της την ακούγαμε να γκρινιάζει καμιά φορά. Η γριά Αγγελίνα, κατάκοιτη πια, δεν μπορούσε να βγει στην αυλόπορτα. Με φωνάξανε μια μέρα και την είδα και της έκαμα κουράγιο πως όλα θα περάσουν. Τότε είδα και την Τάσω αποκοντά πρώτη φορά ύστερα από το γάμο της. Κοκκίνισε σαν είδε πως εκεί που κοίταζα ένα γύρο το καινούριο της νοικοκυριό, το μάτι μου σταμάτησε στο διπλό κρεβάτι που έστεκε λευκοστρωμένο σε μια αγκωνή.

«Καλά 'σαι βολεμένη», της είπα και της χτύπησα την πλάτη καθώς έβγαινα να φύγω.

Μ' έβαλε ακόμα ο διάβολος και δεν της έσφιξα μόνο το χέρι εκεί που τη χαιρέτησα, μα και της χάδεψα κιόλα αλαφρά το μάγουλο. Δε μίλησε. Στύλωσε μονάχα τα μάτια της απάνω μου και, σα βγήκα όξω, έκλεισε δυνατά την πόρτα αποπίσω μου. Μετάνιωσα γι' αυτό που έκαμα και πολλές μέρες απόφυγα εξεπίτηδες και να κοιτάξω ακόμα κατά το σπίτι της. Μου φάνηκε σα ν' απόφευγε κι αυτή ν' απαντηθεί μαζί μου. Συχνά την έβλεπα έπειτα όξω στην αυλόπορτά της, συχνά θα ερχότανε και στο σπίτι μας, μα εμένα σπάνια μ' έβλεπε το σπίτι άλλες ώρες έξω από το φαγί. Είχα κιόλας διορθώσει δυο κάμαρες, που ήτανε δίπλα στο κατώγι, κι έβαλα εκεί τα εργαλεία, τα βιβλία και το κρεβάτι μου και 'κεί περνούσα όσες ώρες μου απόμεναν άδειες από τα τρεχάματα στις γειτονιές κι από το τάβλι, που έπαιζα στον καφενέ για να ξεκουραστώ. Αφοσιωμένος στη γιατρική μου, δε μου έμενε καιρός να ξαναθυμηθώ την Τάσω.

Μα η αμαρτία το 'βαλε η γιατρική μου πάλι να γίνει η αφορμή να 'ρθει αλλιώτικα το πράμα. Ένα απόγεμα ήρθανε και με πήρανε να πάω σ' ένα χωριό αποπέρα από το ποτάμι να δω κάποιον άρρωστο. Πήγα και τσέπωσα τα δυο δεκάρικα. Ο δρόμος περνούσε κοντά από το μέρος που ήταν τα σπαρτά μας και δεν το ξέρω πώς μου κατέβηκε στο γύρισμα, μια και με είχε πιάσει η νύχτα, να πάω να μείνω εκεί να κοιμηθώ και την αυγή καβαλικεύοντας τον ψαρή, που ήξερα πως είχε εκεί ο Νικολούλας, να 'ρθω στο χωριό να δω τους αρρώστους μου. Είχα καιρό πολύ να δω τα χτήματα μας και το σπιτάκι που είχε φτιάσει εκεί τότε τελευταία ο πατέρας μου. Η βραδιά ήτανε ζεστή· αυγουστιάτικη. Το φεγγάρι, έτοιμο να βγει από το βουνό, κοκκίνιζε τον ουρανό στην άκρη, ο αέρας της ποταμιάς δρόσιζε την ψυχή. Μια νυχτιά όξω από τη σκόνη του χωριού, που είχανε σκάψει τα χωράφια κι ανοίξανε τάχα δρόμους για να το κάμουν χώρα, ένα ξενύχτισμα στην εξοχή όξω από τις φωλιές του κατωγιού, που τις έλεγα καμάρες μου, μου φαινόταν εκείνη τη στιγμή σαν ευτυχία σταλμένη απάντεχα από τον ουρανό.


Σαν έφτασα στην άκρη από τα σπαρτά μας για να μην περάσω με το άλογο μέσα στ' αραποσίτια, ξεπέζεψα, το 'δωσα του χωριάτη που με συνόδευε και του είπα να γυρίσει πίσω, και 'γω άρχισα να ψάχνω να βρω κανένα δρόμο είτε αυλάκι για να βγω στο σπίτι, που η σκεπή του φαινότανε παραπέρα μέσα στο θάμπωμα. Ο χωριάτης, σαν πιο έμπειρος, με βοήθησε και πράματι βρήκα ένα δρόμο. Τον καλονύχτισα και τράβηξα ίσια εκεί χωμένος μέσα στ' αραποσίτια, που ήτανε ψηλότερα από το μπόι μου. Δεν είχα κάμει όμως πολλά βήματα, όταν άξαφνα το πόδι μου βούλιαξε μέσα στο νερά. Έκαμα να το σηκώσω, μα βούλιαξε και το άλλο. Κατάλαβα πως θα 'χανε ποτίσει αποβραδίς και βλαστήμησα την ιδέα που μου κατέβηκε να 'ρθω να βουτηχτώ στις λάσπες. Μα εκεί που πάλευα να βγω και να γυρίσω να βρω άλλο δρόμο, με ξάφνισε η φωνή του Νικολούλα βαθιά μέσα από τ' αραποσίτια και σε λίγο ξεχώρισα τον ίσκιο του λίγα πατήματα μακριά μου. Είχε ακούσει την περπατησιά του αλόγου και τις κουβέντες μου με το χωριάτη κι άδραξε τον γκρα του κι ήρθε να δει μην μπήκανε να κλέψουν.


«Εγώ είμαι, βρε· μην αγριεύεις», του φώναξα δυνατά, φουρκισμένος από το βούλιαγμα κι από τις φωνές του.

Σα με είδε τα 'χασε, μα σαν άκουσε πως ήρθα για να μείνω εκεί τη νύχτα, χάρηκε. Με βοήθησε και βγήκα από τα νερά.

«Σα να μου το 'χε πει κανένας στ' αφτί», είπε σα φτάσαμε σε πιο στεγνό μέρος και ζυγώσαμε στο σπίτι.

«Έχω μια κότα στη σούβλα κι ότι έβγαλε κι η Τάσω την κουλούρα απ' τη φωτιά».

«Ποια Τάσω;» ρώτησα ξαφνισμένος· «είναι 'δώ η Τάσω;»

«Είναι από τα χτες· ήρθε να πλύνει στο ποτάμι, και της άρεσε και θα μείνει λίγες μέρες».

Δε μου άρεσε σαν τ' άκουσα, και κάτι μέσα μου με τάραξε. Μετάνιωσα για την ιδέα που μου κατέβηκε να 'ρθω, και μια στιγμή μου πέρασε στο νου να ξαναφύγω. Μα είχαμε βγει στο άπλωμα που ήτανε μπροστά στο σπίτι, κι ο Νικολούλας φώναξε κιόλα της γυναίκας του.

Ένας ίσκιος ανασηκώθηκε από μιαν άκρη όξω από το σπίτι, όπου ήτανε σκυμμένος στη φωτιά, και τράβηξε ίσια κατ' εμάς. Ήταν η Τάσω, κι άμα με γνώρισε, μου φάνηκε σα να ξαφνίστηκε που μ' είδε και κοντοστάθηκε δίχως να μιλήσει.

«Δεν τόνε γνώρισες; Είν' ο γιατρός· ήρθε να μείνει εδώ απόψε», της είπε ο Νικολούλας. «Πιάσε και στρώσε γλήγορα όξω στο πηγάδι. Εγώ θα πάω να βγάλω ένα καρπούζι». Ακούμπησε τον γκρα στην πόρτα κι έφυγε.

«Πώς ήταν τούτο;» με ρώτησε η Τάσω, σα χάθηκε ο άντρας της πίσω από το φράχτη.

«Το 'ξερα πως έφτιασες κουλούρα», της απάντησα και την κοίταξα.

Το φεγγάρι, που είχε σηκωθεί τώρα από τη ράχη, έριχνε το φως του σε όλο το άπλωμα μπροστά στο σπίτι. Μα η Τάσω στεκόταν απάνω στη γραμμή που χώριζε το φωτισμένον τόπο από τον ίσκιο που έριχνε το σπίτι. Το πρόσωπο της το φωτούσε η αντιφεγγιά, τα μαλλιά της μένανε στον ίσκιο. Φορούσε σάκο κάτασπρο κι ήτανε μ' ένα μεσοφόρι κοντό και με γυμνά τα πόδια. Με κοίταζε και την κοίταζα. Αμίλητοι κι οι δυο. Είχα καιρό να τη δω αποκοντά και μου φάνηκε αλλιώτικη τη στιγμή αυτή. Κάτι σα μουδιασμένο και στενοχωρημένο είδα στην όψη της, και κάτι σα στενοχώρια μ' έπιασε και με, και μια φωνή μέσα μου να λέει: «Φεύγα, γιατρέ!»


Αξαφνα ο σκύλος του σπιτιού, που ακολουθούσε πάντα τον ψαρή, σα να με μυρίστηκε από κάπου εκεί τριγύρω που έτρεχε, ήρθε αλυχτώντας και χίμησε να τριφτεί στα πόδια μου.

«Σε γνώρισε από μακριά», είπε η Τάσω.

Χάδεψα το σκύλο και την κοίταξα. Χαμήλωσε τα μάτια και δε γέλασε, δεν κουνήθηκε από τον τόπο της, αν κι ένιωθα πως ήθελε να κουνηθεί. Το φεγγάρι φώτιζε το μέτωπο της, την τραχηλιά, το κοντό της μεσοφόρι απομπροστά και κάτω τα πόδια της.

«Φεύγα, γιατρέ», έλεγε μέσα μου η φωνή. Μα ένιωθα πως δεν ήμουνα πια ο γιατρός αυτή την ώρα. Ένα μισόφωτο έτρεμε στο νου μου, σαν εκείνο που έπαιζε γύρω από το κορμί της Τάσως.

Ο ψαρής χλιμίντρησε αποπίσω από το σπίτι που τον είχανε δεμένο.

«Εδώ είναι κι ο ψαρής;» μουρμούρισα

«Εδώ είναι», είπε η Τάσω.

«Κι ο Γιαννούλης κι ο Γιωργίκος;» κόντεψε να τη ρωτήσω κι έκαμα να πάω κοντά στο σκύλο, που ξαπολύθηκε από τα χέρια μου κι έφυγε πηδώντας. Μα την ίδια στιγμή η ματιά της Τάσως άστραψε αντίκρυ μου. Με κοίταξε κατάματα.

«Φεύγα, φεύγα!» ξαναφώναξε από μέσα μου η φωνή. Μα αντίς να φύγω πήγα πιο κοντά της και την έκλεισα στην αγκαλιά.

Της ήρθε τόσο ξαφνικό και δεν κουνήθηκε μια στιγμή; Δεν ξέρω· μα καθώς έκαμα να σκύψω απάνω της, τινάχτηκε με ορμή:

«Φεύγα!» μου είπε μουγκά κι αγρίεψε η ματιά της.

Δεν έφυγα, μα άπλωσα το χέρι να την ξαναπιάσω.

«Νταλίπη, όξω να χαθείς!» φώναξε την ίδια στιγμή ο Νικολούλας πίσω από το φράχτη. «Τί τον άφησες, μωρή, και μου 'ρθε 'δω να μου πατήσει το μποστάνι!».

Ο σκύλος ξαναήρθε τρέχοντας απάνω μου, κι η Τάσω πήγε κι έκλεισε την πόρτα από το φράχτη. Έπειτα γύρισε και πήγε κι έσκυψε στη φωτιά, στην άκρη του σπιτιού.

Παίζοντας με το σκύλο έφερα ένα γύρο στην αυλή κοιτάζοντας το ένα και το άλλο. Το φεγγάρι είχε ανεβεί ψηλότερα και φώτιζε τον τόπο ολοένα πιο πολύ.

(συνεχίζεται)

0 σχόλια

Τα στοιχεία σας είναι ασφαλή! Το email σας δεν δημοσιεύεται...
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά.

Kείμενα για τη λογοτεχνία: «Χώροι μιας ουτοπίας, τόποι μιας πραγματικότητας» του Κωνσταντίνου Μπόμπα-Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γκοβόστη

Ένα βασικό θέμα που πραγματεύονται τα μελετήματα αυτού του βιβλίου αφορά στις διαδικασίες με τις οποίες η λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώσει ένα χώρο σε τόπο. Είναι ίσως προφανές ότι η λογοτεχνική γραφή εξ ορισμού αποτελεί μια διαρκή προσπάθεια κατοίκησης του χώρου, αναγκαία συνθήκη ...

Διαβάστε περισσότερα

«Ο μύθος της ελεύθερης βούλησης της πλειοψηφίας» του Γιώργου Ρούση- Mόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γκοβόστη

Από τις εκδόσεις Γκοβόστη κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του διανοούμενου και καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Γιώργου Ρούση. Στο καινούργιο του βιβλίο επιδιώκει να αποκαλύψει τη μεγάλη απάτη της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με βάση την οποία οι άνθρωποι επιλέγουν ελεύθερα εκείνους που τους κυβερνούν , ή με ...

Διαβάστε περισσότερα

Νέο μυθιστόρημα απο τον Μάικλ Πανκ

Ο συγγραφέας του ιστορικού μυθιστορήματος «The Revenant» (Η Επιστροφή) που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Λεονάρντο ΝτιΚάπριο και κέρδισε Όσκαρ, θα εκδώσει νέο έργο μετά από περίπου 20 χρόνια.   Ο εκδοτικός οίκος Henry Holt and Company ανακοίνωσε ότι το νέο μυθιστόρημα του Μάικλ Πανκ «Ridgeline» ...

Διαβάστε περισσότερα

«Η πρώτη εντύπωση»: Το νέο μυθιστόρημα της Τζιν Χανφ Κόρελιτζ

Το νέο μυθιστόρημα της Τζιν Χανφ Κόρελιτζ έχει τίτλο «Η πρώτη εντύπωση» και σίγουρα θα σας συναρπάσει. Mια ψυχοθεραπεύτρια ετοιμάζεται να εκδόσει ένα βιβλίο για το πώς μπορείς να αναγνωρίσεις αν ο σύντροφος που γνώρισες είναι ο κατάλληλος για σένα. Συνειδητοποιεί όμως ότι ο γάμος ...

Διαβάστε περισσότερα

Δυο νέα παιδικά βιβλία για τους μικρούς αναγνώστες από τις εκδόσεις Μίνωας

Από τις εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορεί νέο βιβλίο στη σειρά Μυστηρίου του Σερλοκ Χολμς με τίτλο:Σέρλοκ Χολμς: Το γαλάζιο ρουμπίνι. Μια σειρά που έχουν αγαπήσει οι μικροί αναγνώστες αφού τους εξάπτει τη φαντασία και καμία υπόθεση δεν μένει ανεξιχνίαστη… Όλες οι υποθέσεις κρύβουν πολλά παράξενα γεγονότα, απρόοπτα ...

Διαβάστε περισσότερα

«Τα εξαφανισμένα κορίτσια του Παρισιού» της Παμ Τζενόφ μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μίνωας

«Τα εξαφανισμένα κορίτσια του Παρισιού» είναι σίγουρα ένα από τα πιο συναρπαστικά βιβλία που αξίζει να διαβάσεις. Δεν είναι τυχαία το νέο Best Seller των New York Times με εξαιρετικές κριτικές. Μανχάταν, 1946 Η Γκρέις Χίλι έχασε τον άντρα της κατά τη διάρκεια του πολέμου και ...

Διαβάστε περισσότερα

"Τιρκουάζ" της Ρένας Ρώσση-Ζαΐρη μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Από τις εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο της Ρένας Ρώσση -Ζαΐρη με τίτλο "Το τιρκουάζ". 'Ενα λαμπερό χρώμα που συμβολίζει την αλήθεια. Και την αγνότητα. Το τιρκουάζ, ένα σκοτεινό χρώμα που βουτάει σε αλήθειες ψυχής. Γιατί η ζωή έχει πάντα δύο όψεις. Γιατί κάθε ιστορία κρύβει ...

Διαβάστε περισσότερα

«Μπαμπάς Κομάντο» του Νιλ Σινκλέρ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Ένα σημαντικό εγχειρίδιο για νέους μπαμπάδες μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός! Οι νέοι μπαμπάδες θα βρουν στις σελίδες του βιβλίου ένα ανεκτίμητο εγχειρίδιο εκπαίδευσης για να γίνουν μάχιμοι μπαμπάδες και να θέσουν το στράτευμά τους υπό έλεγχο!  Ακολουθούν οι 20 σημαντικοί κανόνες για νέους μπαμπάδες:  Από την ...

Διαβάστε περισσότερα

"Το δάσος της μνήμης" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

 Από τις εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορεί το βιβλίο του Σαμ Λόιντ “Το δάσος της μνήμης” σε μετάφραση Αύγουστου Κορτώ.Πρόκειται για ένα πολύ δυνατό βιβλίο μυστηρίου που θα σας κρατήσει σε αγωνία μέχρι την τελευταία του σελίδα. Από την παρουσίαση του βιβλίου: Ο Ελάιτζα δε θυμάται πια από πότε ...

Διαβάστε περισσότερα

"Οι τρεις άσοι" της Λένας Μαντά μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Η αγαπημένη συγγραφέας Λένα Μαντά επιστρέφει με νέο βιβλίο και κρυμμένους τρεις άσους στο μανίκι της. Τρεις άντρες, φίλοι από μικρά παιδιά, και μια επικίνδυνη γυναίκα που μπαίνει ανάμεσά τους για να δοκιμάσει την πίστη του ενός στον άλλον. Έρωτας, αγάπη, δράση, αγωνία και συγκίνηση διαδέχονται το ...

Διαβάστε περισσότερα

Ο ποιητής Στρατής Πασχάλης μιλάει για τα δύο θεατρικά έργα που έγραψε βασισμένος σε κείμενα του Διονυσίου Σολωμού και του Κώστα Καρυωτάκη

Ο Στρατής Πασχάλης συνθέτει δύο θεατρικά έργα, βασισμένος σε κείμενα των δύο κορυφαίων ποιητών, ποιητικά και πεζά, καθώς επίσης σε αποσπάσματα από αλληλογραφία, επίσημα έγγραφα και δημοσιεύματα, και παραδίδει μια στερεή δραματουργία με την προτροπή «να ξαναρχίσει από την αρχή η ιστορία της σκηνικής μαγείας, ...

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάζουμε σπουδαία βιβλία:«Ο έφηβος» του Φιόντορ Ντοστογιέβσκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη

O Φιόντορ Ντοστογιέβσκη είναι από τις κορυφαίες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η κοινότητα όπου τείνουν οι ήρωες του Nτοστογιέβσκη δεν είναι κοινωνική, αλλά θρησκευτική· δεν αναζητούν την κοινωνία, αλλά την παγκόσμια αδερφοσύνη· αυτή η κατάληξη μέσ’ στα ενδόμυχα βάθη του Eίναι τους, που οδηγεί μετά στη ...

Διαβάστε περισσότερα

ΟΙ 12 ΘΕΟΙ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ: «Ένα ψάρι που το έλεγαν Ορφώ» του Φίλιππου Μανδηλαρά

Ένα βιβλίο για τη διαφορετικότητα που αξίζει να διαβάσουν οι μικροί αναγνώστες από τον βραβευμένο συγγραφέα Φίλιππο Μανδηλαρά! Μέσα από σκηνές δράσης, μπολιασμένες με πηγαίο χιούμορ και σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη εικονογράφηση, ξεδιπλώνεται μια ιστορία μεταμόρφωσης, που αναδεικνύει έναν κόσμο χωρίς φόβο, γεμάτο ασφάλεια και ...

Διαβάστε περισσότερα

Mικρά αγόρια με ΜΕΓΑΛΕΣ ΙΔΕΕΣ: Στίβεν Χόκινγκ» και «Μικρά κορίτσια με ΜΕΓΑΛΕΣ ΙΔΕΕΣ»: Ρόζα Παρκς από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος

Η σειρά «Μικρά αγόρια με ΜΕΓΑΛΕΣ ΙΔΕΕΣ» έχει αγαπηθεί ιδιαίτερα από τα παιδιά. Ένα ιδανικό βιβλίο για γονείς και εκπαιδευτικούς που θέλουν να γνωρίσουν τη ζωή και το έργο του μεγάλου επιστήμονα Στίβεν Χόκινγκ, μια μοναδική ιστορία για όσους αγωνίζονται υπερνικώντας τα εμπόδια για να ...

Διαβάστε περισσότερα

«Οι Δαιμονισμένοι» του Φιόντορ Ντοστογιέβσκη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γκοβόστη

Από τις ιστορικές εκδόσεις Γκοβόστη κυκλοφορεί το εξαιρετικό βιβλίο του Φίοντορ Ντοστογιέβσκη «Οι Δαιμονισμένοι» σε μετάφραση από τα Pωσικά του Άρη Αλεξάνδρου. Γράφτηκε το 1870 και είναι ένα από τα πιο πολιτικοποιημένα έργα του Ντοστογιέφσκι.Δεν εξερευνά μόνο το βάθος της ανθρώπινης ψυχής, αλλά είναι ταυτόχρονα και μια ...

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάζουμε «Αναμνήσεις από το Σπίτι των Πεθαμένων» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκη που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γκοβόστη

Ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. "Οι αναμνήσεις από το Σπίτι των Πεθαμένων" γράφτηκαν το 1862 και παρουσιάζουν μέσα από συγκλονιστικές περιγραφές τα τσαρικά κάτεργα αλλά και  τη μεγάλη αγάπη του συγγραφέα για τη λαϊκή Ρωσία και τον άνθρωπο.Ένα ...

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάζουμε «Η Συμμορία του Γάτου» και «Το Μυστήριο του Βυθισμένου Πλανήτη» του Τζερόνιμο Στίλτον

Σίγουρα έχετε βιβλία του Τζερόνιμο Στίλτον! Τα παιδιά λατρεύουν τις περιπέτειες του και όλα τα βιβλία του έχουν γίνει μπεστ σέλερ καθώς έχει αισιόδοξη διάθεση και μπλέκει συνέχεια σε απίστευτες περιπέτειες. Ευκαιρία να διαβάσουν οι μικροί αναγνώστες δυο νέες περιπέτειες του από τις εκδόσεις Κέδρος. Επέλεξα ...

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάζουμε το βραβευμένο βιβλίο της Δέσποινας Μάντζαρη «Αδέσποτη Πόλη» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέρδος

  Η «Αδέσποτη Πόλη» της Δέσποινας Μάντζαρη διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών μέχρι την τελευταία σελίδα. Εξάπτει τη φαντασία τους αφού συνδυάζει τη μαγεία, τον φόβο και τη συγκίνηση. Οι γίγαντες, εκτός από τεράστιοι – που σημαίνει ότι μπορούν να σε πατήσουν κατά λάθος ή επίτηδες ...

Διαβάστε περισσότερα

«Η Άνοιξη» της Ευγενίας Φακίνου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος

Οι εκδόσεις Κέδρος καλωσορίζουν την Άνοιξη με ένα υπέροχο βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου.  Στα βιβλία της σειράς «Οι 4 εποχές» με πολύχρωμη εικονογράφηση και ελάχιστο κείμενο παρουσιάζεται κάθε εποχή με τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Εγώ επέλεξα την άνοιξη με τα λουλούδια και τα πουλιά της, εσείς μπορείτε ...

Διαβάστε περισσότερα

Το μυθιστόρημα της Έλενα Φεράντε έγινε σειρά του Netflix

Το Netflix και η Fandango στην Ιταλία θα συνεργαστούν για την παραγωγή σειράς βασισμένης στο «The Lying Life of Adults» του πιο πρόσφατου μυθιστορήματος της Έλενα Φεράντε.   Το βιβλίο, το οποίο έγινε αμέσως μπεστ σέλερ στην Ιταλία μετά την κυκλοφορία του τον Νοέμβριο του 2019, θα ...

Διαβάστε περισσότερα

«Ο Πυροβάτης των Αστεριών» του Θοδωρή Κούκια

Aπό τις εκδόσεις Κέρδρος κυκλοφορεί το βραβευμένο βιβλίο " Ο Πυροβάτης των Αστεριών". Πρόκειται για ένα μοναδικό και συνάμα διαφορετικό ταξίδι ενός έφηβου πρωταγωνιστή προς την ενηλικίωση του. Το βιβλίο του Θοδωρή Κούκια θίγει το πολύ σημαντικό θέμα της διαφορετικότητας. Η ιδέα είναι ξεχωριστή, με απλή ...

Διαβάστε περισσότερα

Μνήμες εδεσματολογίου της Σοφίας Κλειούση κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Δωδώνη

 Στις Μνήμες Εδεσματολογίου απεικονίζεται μια εποχή μεταβατική κατά την οποία η κοινωνία μετασχηματίζεται και εισέρχεται στο στάδιο του καταναλωτισμού και του νεοπλουτισμού. Διαγράφονται στάσεις, ήθη και ανθρώπινες συμπεριφορές από τα νοσταλγικά χρόνια της αθωότητας μέχρι την πρόσφατη κρίση, οικονομική και αξιακή. Οι ιστορίες στις Μνήμες Εδεσματολογίου ...

Διαβάστε περισσότερα

Για παιδιά και εφήβους: Διαβάζουμε «Ο Φιλάργυρος και O Κατά Φαντασίαν Ασθενής» του Μολιέρου

Στη σειρά ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΥΣ των Εκδόσεων Δωδώνη προστίθεται ένας ακόμη τίτλος που αφορά τη διασκευή δύο θεατρικών έργων του Μολιέρου. Η διασκευή των θεατρικών έργων του Μολιέρου Ο Φιλάργυρος και Ο Κατά Φαντασίαν Ασθενής ανήκει στη συγγραφέα Αντωνία Θεοχαρίδου η οποία αναφέρει «τα δύο ...

Διαβάστε περισσότερα